εξήγηση


εξήγηση
[эксигиси] ονσ. Θ. объяснение, толкование,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εξήγηση" в других словарях:

  • εξήγηση — η (AM ἐξήγησις) [εξηγώ] 1. ερμηνεία, διασάφηση («ἐξήγηση τοῡ φαινομένου») 2. μετάφραση νεοελλ. φρ. «δίνω εξηγήσεις» δικαιολογώ μια πράξη μου αρχ. μσν. 1. διήγηση («τὴν ὑπὲρ τῶν προγεγονότων ἐξήγησιν», Πολ.) 2. ερμηνευτικά σχόλια κειμένου …   Dictionary of Greek

  • εξήγηση — η 1. καθορισμός αιτίας και αποτελέσματος, αιτιολόγηση, ερμηνεία, διασάφηση: Εξήγηση για το ουράνιο τόξο. 2. ορισμός της έννοιας μιας λέξης με συνώνυμα. 3. μετάφραση. 4. στον πληθ. εξηγήσεις δικαιολογίες, διασαφήσεις, έκφραση συγγνώμης: Του ζήτησα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐξηγήσῃ — ἐξηγήσηι , ἐξήγησις statement fem dat sg (epic) ἐξηγέομαι to be leader of aor subj mp 2nd sg ἐξηγέομαι to be leader of fut ind mp 2nd sg ἐξηγέομαι to be leader of aor subj mid 2nd sg ἐξηγέομαι to be leader of fut ind mid 2nd sg ἐξηγέομαι to be… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξηγήσηι — ἐξήγησις statement fem dat sg (epic) ἐξηγήσῃ , ἐξηγέομαι to be leader of aor subj mp 2nd sg ἐξηγήσῃ , ἐξηγέομαι to be leader of fut ind mp 2nd sg ἐξηγήσῃ , ἐξηγέομαι to be leader of aor subj mid 2nd sg ἐξηγήσῃ , ἐξηγέομαι to be leader of fut ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ελλάδα - Επιστήμες — ΑΡΧΑΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ Η επιστήμη και η τεχνολογία καθορίζουν σήμερα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή στην ιστορία, την καθημερινή ζωή. Η ίδια όμως η έννοια της επιστήμης, όπως τη χρησιμοποιούμε στις μέρες μας, οφείλει την ύπαρξή… …   Dictionary of Greek

  • αντινομία — Αντίφαση η οποία εμπεριέχεται σε ένα λογικό ή μαθηματικό σύστημα, όχι εξαιτίας ενός σφάλματος που είναι δυνατόν να αρθεί αλλά ως συνέπεια του ασυμβίβαστου των αξιωμάτων και των συντακτικών κανόνων που αποτελούν τη βάση του. Η α. δηλαδή είναι… …   Dictionary of Greek

  • διασάφηση — η (AM διασάφησις, εως) [διασαφώ] νεοελλ. 1. η εξήγηση, το να καταστεί σαφές κάτι 2. γραπτή λεπτομερής καταγραφή εμπορευμάτων που υποβάλλει ο έμπορος στις τελωνειακές αρχές αρχ. μσν. εξήγηση, ερμηνεία (κειμένου, ονείρου, κ.λπ.) …   Dictionary of Greek

  • επεξήγημα — το [επεξηγώ] εξήγηση για πληρέστερη κατανόηση, πρόσθετη εξήγηση …   Dictionary of Greek

  • ηλεκτρισμός — Γενικός όρος που υποδηλώνει όλα εκείνα τα φυσικά φαινόμενα στα οποία παίρνουν μέρος ηλεκτρικά φορτία, είτε αυτά βρίσκονται σε ηρεμία είτε σε κίνηση. Για τον σκοπό της διατύπωσης των νόμων που διέπουν τα φαινόμενα αυτά και για ευκολία μελέτης,… …   Dictionary of Greek

  • ηλεκτρόλυση — I To φαινόμενο που προκαλεί, ως συνέπεια της διόδου ηλεκτρικού ρεύματος μέσα από ένα διάλυμα, μια μετατόπιση υλικού στις επιφάνειες ασυνέχειας του συστήματος. Το σύστημα στο οποίο αναφερόμαστε μπορεί να θεωρηθεί κατά προσέγγιση ότι διαιρείται σε… …   Dictionary of Greek